Μερικά χρόνια πριν, κάποιος πολύ δικός μου άνθρωπος, δούλευε σαν υπεύθυνος σε ένα μπαράκι. Μπήκε η αστυνομία να ελέγξει την ένταση της μουσικής, και σε μία αλλαγή ανάμεσα σε δύο τραγούδια, ξεπέρασε το όριο κατά 3 ντεσιμπέλ (το όριο είναι 80, για να καταλάβετε το μέγεθος της….παράβασης). Σε αυτές τις περιπτώσεις ισχύει το αυτόφωρο. Ως υπεύθυνος, πέρασε τη νύχτα του στο κρατητήριο, κι ακολούθησε δίκη. Η οποία, ως είθισται στη χώρα μας, πήρε αναβολές.
Γιατί το αναφέρω; Ο φίλος μου πήγε σήμερα στην πόλη όπου δούλευε τότε, για να δικαστεί για εκείνη την παράβαση. 3 χρόνια μετά, αν δεν κάνω λάθος, για 3 ντεσιμπέλ. Η δίκη αναβλήθηκε πάλι, λόγω απεργίας των δικηγόρων, οπότε θα χρειαστεί να «ξανατραβηχτεί» εκεί πέρα. Την ίδια στιγμή που η Κυβέρνηση, κλείνοντας τη Βουλή, παραγράφει εγκλήματα κατά του Δημοσίου και της χώρας, ύψους δισεκατομμυρίων ευρώ, χωρίς ν’ανοίξει ρουθούνι. Όσοι πλούτισαν σε βάρος όλων μας, στη χειρότερη περίπτωση θα πάνε σπιτάκι τους να απολαύσουν τους καρπούς των κομπίνων τους. Κι ο κάθε άνθρωπος σαν κι εμάς θα συνεχίσει να τρέχει σε δίκες για 3 ντεσιμπέλ..
Αναρωτιέμαι, χωρίς να ελπίζω πραγματικά· άραγε γίνεται να ψηφιστεί ποτέ κάποιος νόμος που να καταργεί τις παραγραφές των αδικημάτων – εγκλημάτων εις βάρος όλων μας, από Κοινοβουλευτικά και επιχειρηματικά στελέχη; Είναι νομικά εφικτό να ψηφιστεί ένας νόμος που να αποδίδει δικαιοσύνη, επιτέλους; Ή θα ήταν τουλάχιστον αφελές να ελπίσω;
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διακρίσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διακρίσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
14 Μαΐ 2009
3 Φεβ 2009
Πτυχιούχος Πανεπιστημίου χωρίς Ακαδημαϊκά και Επαγγελματικά Δικαιώματα.
Αυτό είναι όποιος έχει bachelor από το εξωτερικό. Το αντίστοιχο, παγκοσμίως, δηλαδή, του ελληνικού πανεπιστημιακού πτυχίου, εκτός από την Ελλάδα.
Για να αναγνωριστεί ένα πτυχίο του εξωτερικού, ακόμα και από πολύ καλό πανεπιστήμιο, διεθνώς αναγνωρισμένο, στην Ελλάδα, ο πτυχιούχος θα πρέπει να έχει κάνει ΚΑΙ μεταπτυχιακό, ώστε να αποκτήσει το δικαίωμα να δώσει εξετάσεις, για να αναγνωριστεί το πτυχίο του ΜΕ το μάστερ ως ισότιμο του ελληνικού πτυχίου, ενώ οι σπουδές στο πανεπιστήμιο που πήρε το bachelor, ουσιαστικά θεωρούνται ως μη γενόμενες, αφού το πανεπιστήμιο στο οποίο θεωρείται ότι σπούδασε και ολοκλήρωσε τις σπουδές του, είναι αυτό στο οποίο έκανε το μεταπτυχιακό! Το δε μεταπτυχιακό θεωρείται bachelor. Παράλογο; Είναι.
Εάν, λοιπόν, για οποιονδήποτε λόγο, κάποιος που σπούδασε έξω ΔΕΝ έχει κάνει μεταπτυχιακό, για το ελληνικό κράτος έχει απλώς τελειώσει το λύκειο. Αφού δεν έχει ούτε ακαδημαϊκά – δε μπορεί να κάνει μεταπτυχιακό στην Ελλάδα, για παράδειγμα – , ούτε επαγγελματικά δικαιώματα. Αυτό συμβαίνει γιατί ενώ στους τύπους τα πτυχία είναι «αναγνωρισμένα», στην ουσία αυτό δε σημαίνει τίποτα, γιατί δεν είναι «ισότιμα» των ελληνικών. Κι επειδή δεν υπάρχει τίποτα με το οποίο τα πτυχία της αλλοδαπής να είναι ισότιμα, είναι, ουσιαστικά, σαν να μην υπάρχουν.
Ακόμα και η διεθνής φοιτητική ταυτότητα (ISIC) – αν κι αυτό είναι το τελευταίο που απασχολεί όποιον έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του στο εξωτερικό – έχει ισχύ σε ολόκληρο τον πλανήτη ΕΚΤΟΣ από τη χώρα μας.
Η πρώτη δικαιολογία είναι ότι οι σπουδές σε κάποιες χώρες, όπως στην Αγγλία, για το πτυχίο διαρκούν τρία χρόνια, αντί των τεσσάρων που διαρκούν στην Ελλάδα.
Κατ’αρχάς, σε άλλες χώρες, με περισσότερα χρόνια σπουδών, τα πτυχία της Αγγλίας, για παράδειγμα, δεν συναντούν προβλήματα στην «ισοτιμία». Ακόμα και οι Έλληνες, σε περιπτώσεις με λιγότερα χρόνια σπουδών (με λιγότερα χρόνια ειδικότητας στην ιατρική, για παράδειγμα), στο εξωτερικό αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι επιστήμονες. Τα χρόνια σπουδών δεν έχουν ευθέως ανάλογη σχέση με την ποιότητα των σπουδών. Ένα μάθημα που σε μία χώρα μπορεί να «απλωθεί» σε τρία εξάμηνα, παραδείγματος χάριν (με τη συμμετοχή περισσότερων καθηγητών….), σε μία άλλη μπορεί να διδαχθεί εξίσου καλά «συμπυκνωμένο» σε ένα εξάμηνο, με έναν πιο αποδοτικό τρόπο διδασκαλίας. Η κάθε χώρα αποφασίζει τον τρόπο που οι φοιτητές θα πάρουν τις γνώσεις που χρειάζονται για το πρώτο τους πτυχίο. Κι αυτό παντού στο εξωτερικό το σέβονται, εκτός από τη χώρα μας.
Προφανώς, η αναγνώριση ως ισότιμων των πτυχίων του εξωτερικού, στην Ελλάδα, θα κλυδώνιζε επικίνδυνα το παρόν εκπαιδευτικό σύστημα, που τρέφει την παραπαιδεία. Εκεί θεωρώ ότι είναι ο λόγος που δεκάδες χιλιάδες πτυχιούχοι πανεπιστημίων βρίσκονται με άχρηστα στην χώρα μας χαρτιά στα χέρια τους.
Κατ’αρχάς, ένα παιδί που ξέρει ότι μπορεί να σπουδάσει στο εξωτερικό, και να έχει ίσα δικαιώματα όταν επιστρέψει με αυτούς που σπούδασαν στην Ελλάδα, μπορεί πολύ εύκολα να παρακάμψει το σύστημα των φροντιστηρίων. Τα χρήματα που απαιτούνται για σπουδές, ακόμα και στην Αγγλία, είναι πολύ πιο λίγα από τα χρήματα που δαπανά μια οικογένεια για τρία χρόνια φροντιστηρίων στα σχολικά μαθήματα. Ποια οικογένεια θα διάλεγε να δαπανήσει χιλιάδες ευρώ σε άχρηστη παπαγαλία, ώστε να μπει μετά το παιδί της σε ένα πανεπιστήμιο που τον περισσότερο καιρό είναι κλειστό, όταν με λιγότερα χρήματα θα μπορούσε να σπουδάσει για τρία, έστω, χρόνια, συγκεντρωμένο στις σπουδές που πραγματικά επιθυμεί;
Υπάρχουν, ίσως, και κάποιοι που θεωρούν ότι όσοι πάνε στο εξωτερικό για σπουδές, πάνε, απλώς, διακοπές διαρκείας. Είναι αστείο επιχείρημα, αν συγκρίνει κανείς δύο εικόνες.
Εικόνα από Ελλάδα: Φοιτητές που μετά από 5 χρόνια στο πανεπιστήμιο βρίσκονται ακόμα στη μέση των σπουδών τους, παρόλο που στις εξετάσεις που δίνουν κάθονται όλοι μαζί στο αμφιθέατρο, άλλοι περνώντας σκονάκια ο ένας στον άλλο, άλλοι αντιγράφοντας από το ανοιχτό βιβλίο που κρατούν – ποιος να τους ελέγξει καθισμένους στο αμφιθέατρο; Που η κύρια ασχολία τους στις παραδόσεις είναι οποιαδήποτε άλλη από την παρουσία τους στη σχολή, και το μόνο τους ανάγνωσμα είναι το σύγγραμμα του καθηγητή τους.
Εικόνα από Αγγλία: Φοιτητές που είναι υποχρεωμένοι να παρίστανται σε όλες τις παραδόσεις και τα σεμινάρια. Που δεν έχουν την πολυτέλεια να μην περάσουν τη χρονιά, αφού την πρώτη φορά που θα μείνουν το ποσό που θα πρέπει να πληρώσουν για να την επαναλάβουν είναι απαγορευτικό για τους περισσότερους, ενώ τη δεύτερη φορά αποχαιρετούν το πανεπιστήμιο. Φοιτητές που μετά από κάθε παράδοση πρέπει να διαβάσουν βιβλία από πολλούς διαφορετικούς συγγραφείς, όλων των απόψεων. Φοιτητές που στις εξετάσεις πρέπει να αφήνουν ΤΑ ΠΑΝΤΑ στην είσοδο, ακόμα και το πανωφόρι τους, κι έχουν μαζί τους μόνο ένα στυλό. Ενώ κάθονται σε μονά θρανία με διάδρομο μπροστά, πίσω, δεξιά κι αριστερά τους, από όπου περνούν οι εξεταστές. Ενώ τα γραπτά τους στέλνονται ΕΚΤΟΣ πανεπιστημίου για βαθμολόγηση. Διακοπές.
Έχοντας πει αυτά, δεν έχω αμφιβολία ότι υπάρχουν φοιτητές στην Ελλάδα που παίρνουν πραγματικά στα σοβαρά τις σπουδές τους. Αυτό, όμως, δε μπορεί να σημαίνει ότι είναι καλύτεροι από αυτούς που παίρνουν εξίσου σοβαρά τις σπουδές τους σε πανεπιστήμια του εξωτερικού.
Τελικά, πιστεύω, μόνο δύο κλάδοι έχουν να χάσουν από την ισότιμη αναγνώριση των πτυχίων του εξωτερικού. Αυτός της παραπαιδείας, κι αυτός των πανεπιστημιακών καθηγητών. Αφού για να «βολέψουν» τους δικούς τους, σπάνε τα μαθήματα σε αχρείαστα πολλά εξάμηνα, με αποτέλεσμα να φορτώνονται και οι φοιτητές με υπερβολικά πολλά μαθήματα στο τέλος. Όταν το εφόδιο που έπρεπε να πάρουν είναι ο τρόπος να αναζητήσουν μετά το πανεπιστήμιο αυτό που θα χρειαστούν.
Είναι κρίμα. Και το πιο κρίμα απ’όλα είναι να βλέπω φοιτητές να διαδηλώνουν, ουσιαστικά, κατά συμφοιτητών τους. Πιστεύοντας ότι διαδηλώνουν για το καλό της Παιδείας, όταν το μόνο καλό που εξυπηρετούν είναι αυτό των καθηγητών τους.
Για να αναγνωριστεί ένα πτυχίο του εξωτερικού, ακόμα και από πολύ καλό πανεπιστήμιο, διεθνώς αναγνωρισμένο, στην Ελλάδα, ο πτυχιούχος θα πρέπει να έχει κάνει ΚΑΙ μεταπτυχιακό, ώστε να αποκτήσει το δικαίωμα να δώσει εξετάσεις, για να αναγνωριστεί το πτυχίο του ΜΕ το μάστερ ως ισότιμο του ελληνικού πτυχίου, ενώ οι σπουδές στο πανεπιστήμιο που πήρε το bachelor, ουσιαστικά θεωρούνται ως μη γενόμενες, αφού το πανεπιστήμιο στο οποίο θεωρείται ότι σπούδασε και ολοκλήρωσε τις σπουδές του, είναι αυτό στο οποίο έκανε το μεταπτυχιακό! Το δε μεταπτυχιακό θεωρείται bachelor. Παράλογο; Είναι.
Εάν, λοιπόν, για οποιονδήποτε λόγο, κάποιος που σπούδασε έξω ΔΕΝ έχει κάνει μεταπτυχιακό, για το ελληνικό κράτος έχει απλώς τελειώσει το λύκειο. Αφού δεν έχει ούτε ακαδημαϊκά – δε μπορεί να κάνει μεταπτυχιακό στην Ελλάδα, για παράδειγμα – , ούτε επαγγελματικά δικαιώματα. Αυτό συμβαίνει γιατί ενώ στους τύπους τα πτυχία είναι «αναγνωρισμένα», στην ουσία αυτό δε σημαίνει τίποτα, γιατί δεν είναι «ισότιμα» των ελληνικών. Κι επειδή δεν υπάρχει τίποτα με το οποίο τα πτυχία της αλλοδαπής να είναι ισότιμα, είναι, ουσιαστικά, σαν να μην υπάρχουν.
Ακόμα και η διεθνής φοιτητική ταυτότητα (ISIC) – αν κι αυτό είναι το τελευταίο που απασχολεί όποιον έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του στο εξωτερικό – έχει ισχύ σε ολόκληρο τον πλανήτη ΕΚΤΟΣ από τη χώρα μας.
Η πρώτη δικαιολογία είναι ότι οι σπουδές σε κάποιες χώρες, όπως στην Αγγλία, για το πτυχίο διαρκούν τρία χρόνια, αντί των τεσσάρων που διαρκούν στην Ελλάδα.
Κατ’αρχάς, σε άλλες χώρες, με περισσότερα χρόνια σπουδών, τα πτυχία της Αγγλίας, για παράδειγμα, δεν συναντούν προβλήματα στην «ισοτιμία». Ακόμα και οι Έλληνες, σε περιπτώσεις με λιγότερα χρόνια σπουδών (με λιγότερα χρόνια ειδικότητας στην ιατρική, για παράδειγμα), στο εξωτερικό αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι επιστήμονες. Τα χρόνια σπουδών δεν έχουν ευθέως ανάλογη σχέση με την ποιότητα των σπουδών. Ένα μάθημα που σε μία χώρα μπορεί να «απλωθεί» σε τρία εξάμηνα, παραδείγματος χάριν (με τη συμμετοχή περισσότερων καθηγητών….), σε μία άλλη μπορεί να διδαχθεί εξίσου καλά «συμπυκνωμένο» σε ένα εξάμηνο, με έναν πιο αποδοτικό τρόπο διδασκαλίας. Η κάθε χώρα αποφασίζει τον τρόπο που οι φοιτητές θα πάρουν τις γνώσεις που χρειάζονται για το πρώτο τους πτυχίο. Κι αυτό παντού στο εξωτερικό το σέβονται, εκτός από τη χώρα μας.
Προφανώς, η αναγνώριση ως ισότιμων των πτυχίων του εξωτερικού, στην Ελλάδα, θα κλυδώνιζε επικίνδυνα το παρόν εκπαιδευτικό σύστημα, που τρέφει την παραπαιδεία. Εκεί θεωρώ ότι είναι ο λόγος που δεκάδες χιλιάδες πτυχιούχοι πανεπιστημίων βρίσκονται με άχρηστα στην χώρα μας χαρτιά στα χέρια τους.
Κατ’αρχάς, ένα παιδί που ξέρει ότι μπορεί να σπουδάσει στο εξωτερικό, και να έχει ίσα δικαιώματα όταν επιστρέψει με αυτούς που σπούδασαν στην Ελλάδα, μπορεί πολύ εύκολα να παρακάμψει το σύστημα των φροντιστηρίων. Τα χρήματα που απαιτούνται για σπουδές, ακόμα και στην Αγγλία, είναι πολύ πιο λίγα από τα χρήματα που δαπανά μια οικογένεια για τρία χρόνια φροντιστηρίων στα σχολικά μαθήματα. Ποια οικογένεια θα διάλεγε να δαπανήσει χιλιάδες ευρώ σε άχρηστη παπαγαλία, ώστε να μπει μετά το παιδί της σε ένα πανεπιστήμιο που τον περισσότερο καιρό είναι κλειστό, όταν με λιγότερα χρήματα θα μπορούσε να σπουδάσει για τρία, έστω, χρόνια, συγκεντρωμένο στις σπουδές που πραγματικά επιθυμεί;
Υπάρχουν, ίσως, και κάποιοι που θεωρούν ότι όσοι πάνε στο εξωτερικό για σπουδές, πάνε, απλώς, διακοπές διαρκείας. Είναι αστείο επιχείρημα, αν συγκρίνει κανείς δύο εικόνες.
Εικόνα από Ελλάδα: Φοιτητές που μετά από 5 χρόνια στο πανεπιστήμιο βρίσκονται ακόμα στη μέση των σπουδών τους, παρόλο που στις εξετάσεις που δίνουν κάθονται όλοι μαζί στο αμφιθέατρο, άλλοι περνώντας σκονάκια ο ένας στον άλλο, άλλοι αντιγράφοντας από το ανοιχτό βιβλίο που κρατούν – ποιος να τους ελέγξει καθισμένους στο αμφιθέατρο; Που η κύρια ασχολία τους στις παραδόσεις είναι οποιαδήποτε άλλη από την παρουσία τους στη σχολή, και το μόνο τους ανάγνωσμα είναι το σύγγραμμα του καθηγητή τους.
Εικόνα από Αγγλία: Φοιτητές που είναι υποχρεωμένοι να παρίστανται σε όλες τις παραδόσεις και τα σεμινάρια. Που δεν έχουν την πολυτέλεια να μην περάσουν τη χρονιά, αφού την πρώτη φορά που θα μείνουν το ποσό που θα πρέπει να πληρώσουν για να την επαναλάβουν είναι απαγορευτικό για τους περισσότερους, ενώ τη δεύτερη φορά αποχαιρετούν το πανεπιστήμιο. Φοιτητές που μετά από κάθε παράδοση πρέπει να διαβάσουν βιβλία από πολλούς διαφορετικούς συγγραφείς, όλων των απόψεων. Φοιτητές που στις εξετάσεις πρέπει να αφήνουν ΤΑ ΠΑΝΤΑ στην είσοδο, ακόμα και το πανωφόρι τους, κι έχουν μαζί τους μόνο ένα στυλό. Ενώ κάθονται σε μονά θρανία με διάδρομο μπροστά, πίσω, δεξιά κι αριστερά τους, από όπου περνούν οι εξεταστές. Ενώ τα γραπτά τους στέλνονται ΕΚΤΟΣ πανεπιστημίου για βαθμολόγηση. Διακοπές.
Έχοντας πει αυτά, δεν έχω αμφιβολία ότι υπάρχουν φοιτητές στην Ελλάδα που παίρνουν πραγματικά στα σοβαρά τις σπουδές τους. Αυτό, όμως, δε μπορεί να σημαίνει ότι είναι καλύτεροι από αυτούς που παίρνουν εξίσου σοβαρά τις σπουδές τους σε πανεπιστήμια του εξωτερικού.
Τελικά, πιστεύω, μόνο δύο κλάδοι έχουν να χάσουν από την ισότιμη αναγνώριση των πτυχίων του εξωτερικού. Αυτός της παραπαιδείας, κι αυτός των πανεπιστημιακών καθηγητών. Αφού για να «βολέψουν» τους δικούς τους, σπάνε τα μαθήματα σε αχρείαστα πολλά εξάμηνα, με αποτέλεσμα να φορτώνονται και οι φοιτητές με υπερβολικά πολλά μαθήματα στο τέλος. Όταν το εφόδιο που έπρεπε να πάρουν είναι ο τρόπος να αναζητήσουν μετά το πανεπιστήμιο αυτό που θα χρειαστούν.
Είναι κρίμα. Και το πιο κρίμα απ’όλα είναι να βλέπω φοιτητές να διαδηλώνουν, ουσιαστικά, κατά συμφοιτητών τους. Πιστεύοντας ότι διαδηλώνουν για το καλό της Παιδείας, όταν το μόνο καλό που εξυπηρετούν είναι αυτό των καθηγητών τους.
9 Αυγ 2008
Ο σχιζοφρενής δολοφόνος με το χασαπομάχαιρο της Σαντορίνης.
Που δεν ξέρω και αν είναι σχιζοφρενής. Δεν ξέρω από τι ψυχική ασθένεια πάσχει. Και που για μένα είναι το πιο τραγικό πρόσωπο αυτής της ιστορίας. Αυτός που χρειαζόταν τη βοήθεια της οικογένειάς του, των δικών του ανθρώπων, και που τώρα παρουσιάζεται σαν τέρας που έσφαξε τη «δασκάλα με το χαμόγελο» (το’χουμε σαν έθνος να ξεφτιλίζουμε κάθε τι σοβαρό). Αυτός που όταν ξυπνήσει θα έχει χάσει τα πάντα. Τη γυναίκα του, την ελευθερία του, τη ζωή του. Που θα χρειαστεί να ζει με τις τύψεις γι’αυτό που έκανε χωρίς να συνειδητοποιεί γιατί. Αυτός που έγινε ο αποδιοπομπαίος τράγος – άλλο ένα αγαπημένο σπορ της ελληνικής κοινωνίας η εύρεση τέτοιων. Μιας ελληνικής κοινωνίας που τους ψυχικά ασθενείς τους θεωρεί «τρελούς», τους κάνει αντικείμενο κοροϊδίας, ή φόβου. Που τους διώχνει μακριά από τη θεραπεία, φοβούμενη το στίγμα.
Ένας δολοφόνος τραγικό θύμα αυτής της ελληνικής κοινωνίας, και της παραδοσιακής ελληνικής οικογένειας. Που βάζει την «κοινωνία» πάνω από τον άνθρωπό της. Που θεωρεί ότι ο πόνος του καρκίνου είναι παράσημο, αλλά η ψυχική ασθένεια ντροπή. Που εθελοτυφλούσε για να μην την κουβεντιάσουν στο χωριό.
Από πότε μπορεί να περιμένει κανείς από κάποιον ανήμπορο να βρει μόνος του τη βοήθεια; Όταν περιμένεις από κάποιον ψυχικά άρρωστο να πάει από μόνος του στον ψυχίατρο, είναι σαν να περιμένεις από τον κουτσό να πάει περπατώντας στον ορθοπεδικό. Αν μπορούσε να το κάνει, ΔΕ θα είχε πρόβλημα. Επειδή έχει πρόβλημα, χρειάζεται τους δικούς του ανθρώπους να τον παρακινήσουν, και να τον παρακολουθούν. Να φροντίζουν ώστε να λαμβάνει θεραπεία και να την ακολουθεί. Όχι να στρουθοκαμηλίζουν και μετά να περιμένουν τη συμπαράσταση και την προσοχή του κόσμου, σαν να ήταν οι ίδιοι τα θύματα. Επειδή δε βοήθησαν το παιδί τους, τον άντρα τους, τον φίλο τους, τον αδερφό τους.
(Πρέπει να διευκρινίσω, πάντως, ότι δεν είναι όλες οι ψυχικές ασθένειες ίδιες, δεν αρνούνται όλοι οι ασθενείς τη βοήθεια γιατρού ή τα φάρμακα που χρειάζονται, ούτε και όλοι αρνούνται την ύπαρξη του προβλήματός τους, εφόσον ο όρος «ψυχική νόσος» δεν περιγράφει μόνο μία ασθένεια. Να υποστηρίξει κανείς κάτι τέτοιο θα ήταν σαν να υποστηρίζει ότι και όλες οι σωματικές ασθένειες είναι το ίδιο, με τα ίδια συμπτώματα, τις ίδιες επιπτώσεις, και θεραπεύονται με τον ίδιο τρόπο, είτε πρόκειται για κρύωμα, είτε πρόκειται για AIDS)
Αυτός ο άνθρωπος σκότωσε. Όμως δεν είναι δολοφόνος. Είναι ασθενής. Που δεν έλαβε τη θεραπεία που χρειαζόταν. Και που οι άνθρωποί του δεν τον στήριξαν όπως εκείνος χρειαζόταν, αλλά όπως χρειάζονταν οι ίδιοι. Που έκανε κάτι φρικτό χωρίς να είναι ο εαυτός του, και που θα πληρώνει γι’αυτό μέχρι το τέλος της ζωής του.
Δε λέω ότι πρέπει να αφεθεί ελεύθερος να γυρνάει. Λέω, όμως, ότι δεν είναι τέρας. Είναι άνθρωπος που χρειάζεται, και χρειαζόταν φροντίδα. Και που αν κάποιος τον αγαπούσε πραγματικά, θα το έβλεπε. Και θα τον έβαζε πάνω από τα «λόγια του κόσμου».
Με έχει σοκάρει κι εμένα. Και μου προκαλεί θλίψη. Λυπάμαι που ακόμα μια νέα κοπέλα έχασε τη ζωή της. Αλλά κι ο θάνατός της θα πάει χαμένος αν η κοινωνία μας δεν αλλάξει αντιλήψεις και στάση απέναντι στις ψυχικές ασθένειες. Αν δε σταματήσει να αποκαλεί τους ψυχίατρους «τρελογιατρούς». Αν δεν ξεκινήσει να αντιμετωπίζει τους ψυχικά ασθενείς σαν κάθε άλλον ασθενή, που χρειάζεται, αν μη τι άλλο, κατανόηση. Είτε η ασθένειά του είναι διαβήτης, είτε καρκίνος, είτε κατάθλιψη, είτε σχιζοφρένεια.
Πάνω απ’όλους λυπάμαι αυτόν που σκότωσε.
Ένας δολοφόνος τραγικό θύμα αυτής της ελληνικής κοινωνίας, και της παραδοσιακής ελληνικής οικογένειας. Που βάζει την «κοινωνία» πάνω από τον άνθρωπό της. Που θεωρεί ότι ο πόνος του καρκίνου είναι παράσημο, αλλά η ψυχική ασθένεια ντροπή. Που εθελοτυφλούσε για να μην την κουβεντιάσουν στο χωριό.
Από πότε μπορεί να περιμένει κανείς από κάποιον ανήμπορο να βρει μόνος του τη βοήθεια; Όταν περιμένεις από κάποιον ψυχικά άρρωστο να πάει από μόνος του στον ψυχίατρο, είναι σαν να περιμένεις από τον κουτσό να πάει περπατώντας στον ορθοπεδικό. Αν μπορούσε να το κάνει, ΔΕ θα είχε πρόβλημα. Επειδή έχει πρόβλημα, χρειάζεται τους δικούς του ανθρώπους να τον παρακινήσουν, και να τον παρακολουθούν. Να φροντίζουν ώστε να λαμβάνει θεραπεία και να την ακολουθεί. Όχι να στρουθοκαμηλίζουν και μετά να περιμένουν τη συμπαράσταση και την προσοχή του κόσμου, σαν να ήταν οι ίδιοι τα θύματα. Επειδή δε βοήθησαν το παιδί τους, τον άντρα τους, τον φίλο τους, τον αδερφό τους.
(Πρέπει να διευκρινίσω, πάντως, ότι δεν είναι όλες οι ψυχικές ασθένειες ίδιες, δεν αρνούνται όλοι οι ασθενείς τη βοήθεια γιατρού ή τα φάρμακα που χρειάζονται, ούτε και όλοι αρνούνται την ύπαρξη του προβλήματός τους, εφόσον ο όρος «ψυχική νόσος» δεν περιγράφει μόνο μία ασθένεια. Να υποστηρίξει κανείς κάτι τέτοιο θα ήταν σαν να υποστηρίζει ότι και όλες οι σωματικές ασθένειες είναι το ίδιο, με τα ίδια συμπτώματα, τις ίδιες επιπτώσεις, και θεραπεύονται με τον ίδιο τρόπο, είτε πρόκειται για κρύωμα, είτε πρόκειται για AIDS)
Αυτός ο άνθρωπος σκότωσε. Όμως δεν είναι δολοφόνος. Είναι ασθενής. Που δεν έλαβε τη θεραπεία που χρειαζόταν. Και που οι άνθρωποί του δεν τον στήριξαν όπως εκείνος χρειαζόταν, αλλά όπως χρειάζονταν οι ίδιοι. Που έκανε κάτι φρικτό χωρίς να είναι ο εαυτός του, και που θα πληρώνει γι’αυτό μέχρι το τέλος της ζωής του.
Δε λέω ότι πρέπει να αφεθεί ελεύθερος να γυρνάει. Λέω, όμως, ότι δεν είναι τέρας. Είναι άνθρωπος που χρειάζεται, και χρειαζόταν φροντίδα. Και που αν κάποιος τον αγαπούσε πραγματικά, θα το έβλεπε. Και θα τον έβαζε πάνω από τα «λόγια του κόσμου».
Με έχει σοκάρει κι εμένα. Και μου προκαλεί θλίψη. Λυπάμαι που ακόμα μια νέα κοπέλα έχασε τη ζωή της. Αλλά κι ο θάνατός της θα πάει χαμένος αν η κοινωνία μας δεν αλλάξει αντιλήψεις και στάση απέναντι στις ψυχικές ασθένειες. Αν δε σταματήσει να αποκαλεί τους ψυχίατρους «τρελογιατρούς». Αν δεν ξεκινήσει να αντιμετωπίζει τους ψυχικά ασθενείς σαν κάθε άλλον ασθενή, που χρειάζεται, αν μη τι άλλο, κατανόηση. Είτε η ασθένειά του είναι διαβήτης, είτε καρκίνος, είτε κατάθλιψη, είτε σχιζοφρένεια.
Πάνω απ’όλους λυπάμαι αυτόν που σκότωσε.
10 Ιαν 2008
Η πρότασή μου για μια προσοδοφόρα και ωφέλιμη για την Οικονομία, μισθολογική πολιτική:
Να οριστεί ανώτατος μηνιαίος μισθός στο δημόσιο τα 5.000 ευρώ. Για διευθυντές σε οποιονδήποτε οργανισμό έχει σχέση με το δημόσιο. Νοσοκομεία, δικαστήρια, ΔΕΚΟ, Βουλή, κοκ. 5.000 ευρώ είναι ένας αξιοπρεπέστατος μισθός. Και τα τεράστια ποσά που εξοικονομηθούν από αυτήν τη μισθολογική εκλογίκευση μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ανεβεί ο κατώτατος μισθός στα 1000 ευρώ. Που μετά βίας επιτρέπει σε κάποιον να ζήσει αξιοπρεπώς. Ώστε να κλείσει κάπως η ψαλίδα. Ώστε να ζουν ανθρώπινα όσοι εργάζονται. Ώστε να αναλαμβάνουν διευθυντικές θέσεις στο δημόσιο άνθρωποι που το επιδιώκουν γιατί θέλουν να προσφέρουν στην κοινωνία, και όχι γιατί αποσκοπούν στον πλουτισμό.
Όσοι θέλουν να πλουτίσουν, μπορούν να απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, με τους όρους του ιδιωτικού τομέα και της ελεύθερης αγοράς. Ο δημόσιος τομέας έχει λόγο ύπαρξης για να εξυπηρετεί τον πολίτη, όχι για να τον απομυζά ώστε να εξυπηρετεί τους επικεφαλής του. Μόνο έτσι μπορεί να εξυγιανθεί το Δημόσιο. Όταν αποκοπεί η υπηρεσία σε αυτό από ευκαιρίες και προσδοκίες πλουτισμού. Πάντα σε βάρος του κοινού καλού.
Δεν είναι παιδιάστικο αυτό που γράφω. Είναι εφικτό, βιώσιμο, και τίμιο. Προσωπικά το βλέπω σαν μονόδρομο για ένα κράτος που θέλει να ονομάζεται «κράτος πρόνοιας». Μένει να δούμε αν υπάρχουν πολιτικοί αρκετά αξιοπρεπείς ώστε να προχωρήσουν σε ανάλογες μεταρρυθμίσεις.
Όσοι θέλουν να πλουτίσουν, μπορούν να απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, με τους όρους του ιδιωτικού τομέα και της ελεύθερης αγοράς. Ο δημόσιος τομέας έχει λόγο ύπαρξης για να εξυπηρετεί τον πολίτη, όχι για να τον απομυζά ώστε να εξυπηρετεί τους επικεφαλής του. Μόνο έτσι μπορεί να εξυγιανθεί το Δημόσιο. Όταν αποκοπεί η υπηρεσία σε αυτό από ευκαιρίες και προσδοκίες πλουτισμού. Πάντα σε βάρος του κοινού καλού.
Δεν είναι παιδιάστικο αυτό που γράφω. Είναι εφικτό, βιώσιμο, και τίμιο. Προσωπικά το βλέπω σαν μονόδρομο για ένα κράτος που θέλει να ονομάζεται «κράτος πρόνοιας». Μένει να δούμε αν υπάρχουν πολιτικοί αρκετά αξιοπρεπείς ώστε να προχωρήσουν σε ανάλογες μεταρρυθμίσεις.
*
* Δύση,
ασφαλιστικό,
βουλή,
δημοκρατία,
δημόσιο,
διακρίσεις,
Ελλάδα,
κοινωνία,
κράτος,
μισθός
11 Δεκ 2007
Προς κάθε λογής υπερασπιστές της Ηθικής και του Ορθού.
Το να λες τα πράγματα με το όνομά τους δε σημαίνει ότι τα υποβαθμίζεις. Καλό είναι όταν χρησιμοποιούμε λέξεις να ξέρουμε τι σημαίνουν και πώς τις χρησιμοποιούμε. Άλλο πράγμα σημαίνει «ρατσισμός», παραδείγματος χάριν, άλλο «κοινωνική διάκριση», χωρίς το ένα να βαραίνει σε σχέση με το άλλο.
Επίσης να τονίσω ότι κρυβόμαστε όλοι πίσω από το δάχτυλό μας όταν θεωρούμε ότι όλοι είμαστε ίδιοι. Άλλο ίσοι, άλλο ίδιοι. Μην περνούμε στο άλλο άκρο από ακραία υποκρισία, και από φόβο μη μας κολλήσουν την ταμπέλα του ρατσιστή. Ακόμα και οι φυλές έχουν διαφορές μεταξύ τους, ΚΑΙ βιολογικές. Το να βλέπεις αυτό που είναι μπροστά σου δεν είναι ρατσιστικό. Το να *ΑΡΝΕΙΣΑΙ* τις διαφορές *είναι*.
Γυναίκες – άντρες, κανονικοί – χοντροί, έξυπνοι – χαζοί, αρτιμελείς – ανάπηροι, λευκοί – μαύροι, υγιείς – άρρωστοι, και πάρτε ένα σωρό άλλες τέτοιες κατηγορίες, είμαστε ΙΣΟΙ, αλλά δεν είμαστε ΙΔΙΟΙ, και *δεν πρέπει* ν’αντιμετωπιζόμαστε ως ίδιοι, γιατί τότε παύουμε να είμαστε «ΙΣΟΙ»!
Η υποκρισία μας έφαγε. Και το να στήνουμε μαύρα πρόβατα για να νιώθουμε εμείς καλοί. Δε μπορείς να αντιμετωπίσεις, πόσο μάλλον να λύσεις προβλήματα, όταν δεν τα κοιτάζεις κατάματα. Σαν τους θρησκευτικούς φανατικούς που λιθοβολούν τη γυναίκα που φάνηκε ο αστράγαλος, για να δείξουν πόσο καλοί πιστοί είναι οι ίδιοι και δεν ανέχονται τέτοια πράγματα….
Ο βασιλιάς είναι γυμνός.
_______
ΥΓ: Η γυναίκα που παίρνει ένα χρόνο άδεια μετ’αποδοχών από τη δουλειά γιατί έφερε στον κόσμο ένα παιδί, δεν είναι τυχερή, ούτε αντιμετωπίζεται ευνοϊκά από το σύστημα, είναι η μάνα μου, η μάνα σου, η μάνα που μας φέρνει στον κόσμο, που όλοι την έχουμε ανάγκη, και που πρέπει όλοι να της σταθούμε. ΑΥΤΟ είναι ισότητα, όχι να εξισώνουμε τη δουλειά της εργαζόμενης μητέρας με τη δική μας, αλλά να βοηθούμε την εργαζόμενη μητέρα ΜΕ τη δουλειά μας. Το κοινωνικό κράτος ξεκινάει από την ίδια την κοινωνία, είτε μας αρέσει, είτε όχι. Το κοινωνικό κράτος εξαρτάται από εμάς.
Επίσης να τονίσω ότι κρυβόμαστε όλοι πίσω από το δάχτυλό μας όταν θεωρούμε ότι όλοι είμαστε ίδιοι. Άλλο ίσοι, άλλο ίδιοι. Μην περνούμε στο άλλο άκρο από ακραία υποκρισία, και από φόβο μη μας κολλήσουν την ταμπέλα του ρατσιστή. Ακόμα και οι φυλές έχουν διαφορές μεταξύ τους, ΚΑΙ βιολογικές. Το να βλέπεις αυτό που είναι μπροστά σου δεν είναι ρατσιστικό. Το να *ΑΡΝΕΙΣΑΙ* τις διαφορές *είναι*.
Γυναίκες – άντρες, κανονικοί – χοντροί, έξυπνοι – χαζοί, αρτιμελείς – ανάπηροι, λευκοί – μαύροι, υγιείς – άρρωστοι, και πάρτε ένα σωρό άλλες τέτοιες κατηγορίες, είμαστε ΙΣΟΙ, αλλά δεν είμαστε ΙΔΙΟΙ, και *δεν πρέπει* ν’αντιμετωπιζόμαστε ως ίδιοι, γιατί τότε παύουμε να είμαστε «ΙΣΟΙ»!
Η υποκρισία μας έφαγε. Και το να στήνουμε μαύρα πρόβατα για να νιώθουμε εμείς καλοί. Δε μπορείς να αντιμετωπίσεις, πόσο μάλλον να λύσεις προβλήματα, όταν δεν τα κοιτάζεις κατάματα. Σαν τους θρησκευτικούς φανατικούς που λιθοβολούν τη γυναίκα που φάνηκε ο αστράγαλος, για να δείξουν πόσο καλοί πιστοί είναι οι ίδιοι και δεν ανέχονται τέτοια πράγματα….
Ο βασιλιάς είναι γυμνός.
_______
ΥΓ: Η γυναίκα που παίρνει ένα χρόνο άδεια μετ’αποδοχών από τη δουλειά γιατί έφερε στον κόσμο ένα παιδί, δεν είναι τυχερή, ούτε αντιμετωπίζεται ευνοϊκά από το σύστημα, είναι η μάνα μου, η μάνα σου, η μάνα που μας φέρνει στον κόσμο, που όλοι την έχουμε ανάγκη, και που πρέπει όλοι να της σταθούμε. ΑΥΤΟ είναι ισότητα, όχι να εξισώνουμε τη δουλειά της εργαζόμενης μητέρας με τη δική μας, αλλά να βοηθούμε την εργαζόμενη μητέρα ΜΕ τη δουλειά μας. Το κοινωνικό κράτος ξεκινάει από την ίδια την κοινωνία, είτε μας αρέσει, είτε όχι. Το κοινωνικό κράτος εξαρτάται από εμάς.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
